ἀλίβας

ἀλίβας, -αντος
Grammatical information: m.
Meaning: `corpse, a dead' (Pl. R. 387 c, H.), also of the Styx (S. Fr. 790) and metaphorically of wine-vinegar (Hippon.). ἀλίβας· νεκρός ἦ βροῦχος ἦ ποταμός ἦ ὄξος H.; other glosses s. Peiffer ad Call. fr. 216 (v.l. ἁ-; the vowel is perhaps long).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: The antique explanation as `sapless' with α privativum and λιβάς is popular etymology (defended by Lawson ClassRev. 40, 52ff., 116ff.; cf. Wilamowitz Herm. 54, 64. Wrong Immisch Arch. f. Religionswiss. 14, 449f. Furher Petersson Gr. u. lat. Wortstudien (1922) 3f. Kretschmer Glotta 28, 269 connected Etr. lupu `he died', Lat. Libitina; possible, but uncertain. The deviant shape of the word and forms like ὀκρίβας, κιλλίβας, λυκάβας, Κορύβαντες (not to βαίνω of course) make it clear that this is a substr. word.
Page in Frisk: 1,72

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αλίβας — Όνομα που έδιναν οι αρχαίοι σε ποταμό που βρισκόταν, σύμφωνα με τις θρησκευτικές αντιλήψεις τους, στον Άδη. Από τον ποταμό αυτό ονομάστηκε και η φυλή Αλιβαντίς. Α. λεγόταν και o ιδρυτής της πόλης Μεταπόντιο. Η πόλη αναφέρεται και με τα ονόματα… …   Dictionary of Greek

  • ἀλίβας — ἀ̱λίβᾱς , ἀλίβας dead body masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Leib, der — Der Leib, des es, plur. die er, Diminut. das Leibchen, Oberd. Leiblein. 1 * Eigentlich, eine zusammen hangende, den innern Theilen nach mit einander verbundene Masse von unbestimmter Größe und Gestalt; in welcher ersten, im Hochdeutschen aber… …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • λυκάβας — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Ένας από τους Κενταύρους. Η μυθολογική παράδοση αναφέρει ότι όταν ο Πείριθος παντρεύτηκε την Ιπποδάμεια, οι Κένταυροι προσπάθησαν να απαγάγουν αυτή και άλλες γυναίκες. Ο Λ. πρόλαβε και έφυγε από τη διαμάχη που… …   Dictionary of Greek

  • ἀλιβάντεσιν — ἀ̱λιβάντεσιν , ἀλίβας dead body masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλίβαντα — ἀ̱λίβαντα , ἀλίβας dead body masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλίβαντας — ἀ̱λίβαντας , ἀλίβας dead body masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλίβαντες — ἀ̱λίβαντες , ἀλίβας dead body masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλίβαντος — ἀ̱λίβαντος , ἀλίβας dead body masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.